Definify.com

Definition 2024


χιλιοστόγραμμα

χιλιοστόγραμμα

Greek

Noun

χιλιοστόγραμμα (chiliostógramma) n

  1. Nominative plural form of χιλιοστόγραμμο (chiliostógrammo).
  2. Accusative plural form of χιλιοστόγραμμο (chiliostógrammo).
  3. Vocative plural form of χιλιοστόγραμμο (chiliostógrammo).