Definify.com

Definition 2024


χαρτονομίσματα

χαρτονομίσματα

Greek

Noun

χαρτονομίσματα (chartonomísmata) n

  1. Nominative plural form of χαρτονόμισμα (chartonómisma).
  2. Accusative plural form of χαρτονόμισμα (chartonómisma).
  3. Vocative plural form of χαρτονόμισμα (chartonómisma).