Definify.com

Definition 2024


υστεροβουλία

υστεροβουλία

Greek

Noun

υστεροβουλία (ysterovoulía) f (plural υστεροβουλίες)

  1. ulterior motive (alternative reason for doing something, especially when concealed)
    Η καλοσύνη του και η καλή διάθεση έκρυβαν υστεροβουλία.I kalosýni tou kai i kalí diáthesi ékryvan ysterovoulía. ― His kindness and good nature hid an ulterior motive.

Declension

Related terms

  • υστερόβουλος (ysteróvoulos, insincere, scheming, designing)