Definify.com

Definition 2024


ταχυδρομική_θυρίδα

ταχυδρομική θυρίδα

Greek

Noun

ταχυδρομική θυρίδα (tachydromikí thyrída) f (plural ταχυδρομικές θυρίδες)

  1. post office box, PO box
  2. letterbox, mailbox
  3. letterbox, pillar box (UK)

Declension

see: ταχυδρομικός (tachydromikós) and θυρίδα (thyrída)

Synonyms