Definify.com

Definition 2024


συνωμοσία

συνωμοσία

Greek

Noun

συνωμοσία (synomosía) f (plural συνωμοσίες)

  1. conspiracy

Declension

Related terms

  • συνωμοτώ (synomotó, to conspire)
  • συνωμότης m (synomótis, conspirator)
  • συνωμότρια f (synomótria, conspirator)
  • συνωμότισσα f (synomótissa, conspirator)