Definify.com

Definition 2024


στόμιο_υδροληψίας

στόμιο υδροληψίας

Greek

Noun

στόμιο υδροληψίας (stómio ydrolipsías) n (plural στόμια υδροληψίας)

  1. hydrant, fire hydrant

Declension

see: στόμιο (stómio)