Definify.com

Definition 2024


στερεώματος

στερεώματος

Ancient Greek

Noun

στερεώματος (stereṓmatos)

  1. genitive singular of στερέωμα (steréōma)

Greek

Noun

στερεώματος (stereómatos) n

  1. Genitive singular form of στερέωμα (steréoma).