Definify.com

Definition 2024


σιτοβολώνας

σιτοβολώνας

Greek

Noun

σιτοβολώνας (sitovolónas) m (plural σιτοβολώνες)

  1. granary, (barn, silo for storing grain)
  2. breadbasket, granary
    Η Μανιτόμπα είναι ο σιτοβολώνας του Καναδά.
    Manitoba is the granary of Canada.

Declension

Related terms