Definify.com

Definition 2024


πληροφοριοδότης

πληροφοριοδότης

Greek

Noun

πληροφοριοδότης (pliroforiodótis) m (plural πληροφοριοδότες, feminine πληροφοριοδότρια)

  1. informer, informant

Declension

Synonyms