Definify.com

Definition 2024


περιπατέω

περιπατέω

Ancient Greek

Verb

περῐπᾰτέω (peripatéō)

  1. I walk up and down, walk about
  2. I discourse
  3. (figuratively) I live

Inflection

Derived terms

  • δῐᾰπεριπᾰτέω (diaperipatéō)
  • ἐμπεριπᾰτέω (emperipatéō)
  • λοξοπεριπάτητος (loxoperipátētos)
  • ὀρθοπεριπάτητος (orthoperipátētos)
  • πᾰρᾰπεριπᾰτέω (paraperipatéō)
  • περιπάτησῐς (peripátēsis)
  • περιπᾰτητής (peripatētḗs)
  • περιπᾰτητῐκός (peripatētikós)
  • προπεριπᾰτέω (properipatéō)
  • σῠμπεριπᾰτέω (sumperipatéō)

Related terms

References