Definify.com

Definition 2024


νεροχύτης

νεροχύτης

Greek

Noun

νεροχύτης (nerochýtis) m (plural νεροχύτες)

  1. sink, washbasin
    ο νεροχύτης της κουζίνας ("kitchen sink")
  2. (figuratively) of someone who speaks vulgarly
    έχει ένα στόμα νεροχύτη
    he has a mouth like a sewer (literally "like a sink")

Declension

Synonyms