Definify.com

Definition 2024


νεκρική_ακαμψία

νεκρική ακαμψία

Greek

Noun

νεκρική ακαμψία (nekrikí akampsía) f (uncountable)

  1. (medicine) rigor mortis

Declension

see: νεκρικός (nekrikós) and ακαμψία (akampsía)

External links