Definify.com

Definition 2024


μπάνιο

μπάνιο

Greek

Noun

μπάνιο (bánio) n (plural μπάνια)

  1. bath (act of bathing)
    Μετά το μπάνιο χαλάρωσα πολύ.Metá to mpánio chalárosa polý. ― I relaxed a lot after the bath.
    Η κόρη μου κάνει κάθε μέρα τρία μπάνια. Υπερβολικό δεν είναι;I kóri mou kánei káthe méra tría mpánia. Ypervolikó den eínai? ― Every day my daughter takes three baths. Isn't it excessive?
  2. (by extension) bath, bathtub (tub or pool used for bathing)
    Το μπάνιο είναι γεμάτο σαπουνάδα.To mpánio eínai gemáto sapounáda. ― The bath is full of suds.
    Είμαι πολύ ψηλός, δε θα χωρέσω στο μπάνιο σου.Eímai polý psilós, de tha choréso sto mpánio sou. ― I'm too tall, I won't fit in your bathtub.
  3. (by extension) bathroom (room for bathing and usually with a toilet)
    Μπήκε μέσα στο μπάνιο πριν μια ώρα. Τι κάνει τόση ώρα άραγε;Bíke mésa sto mpánio prin mia óra. Ti kánei tósi óra árage? ― He went into the bathroom an hour ago. What could he possibly be doing?
    Μπορώ μήπως να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σας;Boró mípos na chrisimopoiíso to bánio sas? ― Could I possibly use your bathroom?
  4. (figuratively) swim (instance of swimming, usually in the sea)
    Πόσα μπάνια έκανες το καλοκαίρι;Pósa mpánia ékanes to kalokaíri? ― How many swims did you go for in the summer?
    Κάθε πρωί χαράματα πάνε οι γέροι για μπάνιο επειδή δεν κάνει πολύ ζεστή.Káthe proí charámata páne oi géroi gia mpánio epeidí den kánei polý zestí. ― Old people go for a swim every morning at daybreak because it isn't too warm.

Declension

Derived terms

  • μπανάκι n (banáki) (diminutive)
  • μπανιέρα f (baniéra, bathtub)
  • μπανιερό n (banieró, swimsuit)
  • μπανιαρίζω (baniarízo, to bath)

Related terms

Synonyms

  • (bath, instance of bathing): λουτρό n (loutró)
  • (bathtub): μπανιέρα f (baniéra)
  • (bathroom): τουαλέτα f (toualéta), λουτρό n (loutró)
  • (swim): κολύμπι n (kolýmpi)