Definify.com

Definition 2024


λοίμωξη

λοίμωξη

Greek

Noun

λοίμωξη (loímoxi) f (plural λοιμώξεις)

  1. (medicine) infection
    λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (urinary tract infection)

Declension

Related terms

External links