Definify.com

Definition 2024


λευχαιμία

λευχαιμία

Greek

Noun

λευχαιμία (lefchaimía) f (plural λευχαιμίες)

  1. leukemia, leukaemia

Declension

Related terms

  • λευχαιμικός (lefchaimikós, leukaemic)
  • λευχ- (lefch-)