Definify.com

Definition 2024


καλλιγραφία

καλλιγραφία

Greek

Noun

καλλιγραφία (kalligrafía) f (plural καλλιγραφίες)

  1. calligraphy, beautiful writing

External links

Related terms

  • καλλιγρáφος m, f (kalligráfos, calligrapher)
  • καλλιγραφικός (kalligrafikós, calligraphic)