Definify.com

Definition 2024


εγκατάλειψη

εγκατάλειψη

Greek

Noun

εγκατάλειψη (enkatáleipsi) f (plural εγκαταλείψεις)

  1. abandonment
    Η εγκατάλειψή του από τη μητέρα του τον σημάδεψε βαθιά. (His abandonment by his mother scarred him deeply.)
    Αντίκρισαν στο έρημο σπίτι μια εικόνα πλήρους εγκατάλειψης. (He saw in the deserted house a full picture of abandonment.)

Declension

See also