Definify.com

Definition 2024


εγγύηση

εγγύηση

Greek

Noun

εγγύηση (engýisi) f (plural εγγυήσεις)

  1. (law) bail, guarantee, pledge
  2. (trade) guarantee, warranty
    Είναι υποχρεωμένοι από το νόμο να έχουν 2 χρόνια εγγύηση.
    They must by law have a 2 year warranty.

Declension