Definify.com

Definition 2024


διοξείδια

διοξείδια

Greek

Noun

διοξείδια (dioxeídia) n

  1. Nominative plural form of διοξείδιο (dioxeídio).
  2. Accusative plural form of διοξείδιο (dioxeídio).
  3. Vocative plural form of διοξείδιο (dioxeídio).