Definify.com

Definition 2024


διερμηνευτή

διερμηνευτή

Greek

Noun

διερμηνευτή (diermineftí) m

  1. Genitive singular form of διερμηνευτής (diermineftís).
  2. Accusative singular form of διερμηνευτής (diermineftís).
  3. Vocative singular form of διερμηνευτής (diermineftís).