Definify.com

Definition 2024


διασπορά

διασπορά

Greek

Noun

διασπορά (diasporá) f

  1. dispersion
  2. diaspora

Declension

Related terms

  • διασπείρω (diaspeíro)
  • διασπορά ψευδών ειδήσεων (diasporá psevdón eidíseon)