Definify.com

Definition 2024


βεβαιότητα

βεβαιότητα

Greek

Noun

βεβαιότητα (vevaiótita) f (plural βεβαιότητες)

  1. certainty

Declension

Related terms

see: βέβαιος (vévaios, certain, sure)

Derived terms

  • μετά βεβαιότητος (metá vevaiótitos, with certainty)