Definify.com

Definition 2024


αντιβιωτικά

αντιβιωτικά

Greek

Noun

αντιβιωτικά (antiviotiká) n

  1. Nominative plural form of αντιβιωτικό (antiviotikó).
  2. Accusative plural form of αντιβιωτικό (antiviotikó).
  3. Vocative plural form of αντιβιωτικό (antiviotikó).