Definify.com

Definition 2026


ανεκδοτογραφικούς

ανεκδοτογραφικούς

Greek

Adjective

ανεκδοτογραφικούς (anekdotografikoús)

  1. Accusative masculine plural form of ανεκδοτογραφικός (anekdotografikós).