Definify.com

Definition 2024


αδερφή

αδερφή

See also: αδέλφι and αδέρφι

Greek

Noun

αδερφή (aderfí) f (plural αδερφές or αδερφάδες, masculine αδερφός)

  1. Alternative form of αδελφή (adelfí)

Declension