Definify.com

Definition 2024


άλφα_αρσενικό

άλφα αρσενικό

Greek

Noun

άλφα αρσενικό (álfa arsenikó) n (plural άλφα αρσενικά)

  1. (biology) alpha male

Declension

see: άλφα (álfa) and αρσενικό (arsenikó)