Definify.com

Definition 2024


Αγίου_Βασιλείου

Αγίου Βασιλείου

Greek

Noun

Αγίου Βασιλείου (Agíou Vasileíou)

  1. Genitive singular form of Άγιος Βασίλειος (Ágios Vasíleios).